Αθλητικά Ταλέντα (Μέρος Α)

Αρχική επιλογή και αθλητικός προσανατολισμός

Οι βασικές προεργασίες, που είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την εφαρμογή ενός αθλητιατρικού προγράμματος, είναι δύο: η αρχική επιλογή και ο αθλητικός προσανατολισμός ικανών αθλουμένων, που θέλουν να ασχοληθούν με αγωνιστικού τύπου αθλητισμό.

Η αρχική επιλογή είναι η πρώτη υπεύθυνη εργασία στο χώρο του αθλητισμού. Με δεδομένα υποκειμενικά, κλινικά και εργαστηριακά προεπιλέγει και διαχωρίζει τους αθλούμενους εκείνους που παρουσιάζουν μια οποιαδήποτε ψυχοσωματική αδυναμία ασυμβίβαστη με την έντονη αθλητική απασχόληση απ'  τους υγιείς και ικανούς.

 

Ο αθλητικός προσανατολισμός έχει σκοπό να προσανατολίσει και να προωθήσει τους ικανούς νέους σ' εκείνες τις αθλητικές ειδικότητες, που τα αντικειμενικά κριτήρια δείχνουν ότι θα μπορέσουν να αποδώσουν. Επίσης, όταν πρόκειται για υποψήφιους αθλητές μικρών ηλικιών, επιτρέπει την πρόβλεψη μιας καλής αθλητικής απόδοσης.

Είναι γνωστό ότι τα αθλητικά ταλέντα σπανίζουν και ακόμα ότι στη μεγάλη κλίμακα των αθλητικών ειδικοτήτων το ταλέντο σχετίζεται πάντα με μια ορισμένη δραστηριότητα: εκείνη με την οποία βρίσκουν καλύτερη εκφράση τα ψυχοσωματικά προσόντα του νέου αθλητή.

Επιβάλλεται, κατά συνέπεια, να κινητοποιείται όσο το δυνατόν μεγαλύτερος αριθμός νέων, για να αυξηθεί έτσι η πιθανότητα της ανακάλυψης μεταξύ τους ταλαντούχων και παράλληλα να χρησιμοποιούνται οι καταλλότερες και αποτελεσματικότερες μέθοδοι για την αξιοποίηση των προσόντων και ικανοτήτων τους.

Η αρχική επιλογή, ο διαχωρισμός δηλαδή των νέων, που μπορούν να επιδοθούν σε αθλητικές δραστηριότητες αγωνιστικού τύπου από τους αδύνατους, μπορεί να γίνει σχετικά εύκολα από τον κλινικό γιατρό σε συνεργα σία με το γυμναστή, με τη φυσική εξέταση και με βασικές εργαστηριακές εξετάσεις. Κατά την επιλογή, πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις, όπως είναι οι ρευματικές λοιμώξεις, οι παραμορφώσεις του σκελετού, που παρουσιάζονται συχνά σε νεαρά άτομα, οι διάφορες κληρονομικές επιβαρύνσεις, οι νεφροπάθειες κ.ά.

Αντίθετα από την επιλογή, η αυστηρά επιστημονική λειτουργική εκτίμηση και ο προσανατολισμός είναι συνθετότερες διεργασιες. Απαιτούν ειδική πείρα τόσο για την εκλογή των απαραίτητων δοκιμασιών και την εκτέλεσή τους όσο και για τη σύνθεση των αποτελεσμάτων. Έλεγχοι που θα δημιουργήσουν το Αθλητικό περίγραμμα των αθλουμένων. Εξάλλου απαιτειται σημαντικός χρόνος, καθώς ο αριθμός των νέων που θέλουν ή που πρέπει να ελεγχθούν είναι μεγάλος, αλλά έχουν και σημαντικό κόστος. Π­αρόλα αυτά επειδή οι διεργασίες αυτές πρέπει οπωσδήποτε να γίνονται μπορούμε να προσφύγουμε από ανάγκη σε απλές και φθηνές δοκιμασίες, που μπορούν να γίνουν κι από μη ειδικευμένο προσωπικό και να μας δώσουν αποτελέσματα γρήγορα και σχετικά ακριβή.

Όπως είναι γνωστό, η αθλητική απόδοση ενός αθλητή εξαρτάται τόσο από ανθρωπομετρικά δεδομένα, όσο και από λειτουργικά χαρακτηριστικά και δυνατότητες. Και η επιτυχία σε μια συγκεκριμένη αθλητική ειδικότητα απαιτεί την περαιτέρω ανάπτυξη των υπαρχουσών δυνατοτήτων και φυσι­κών ικανοτήτων με την κατάλληλη προπόνηση. Συνεπώς, είναι απαραίτητη η γνώση των γενετικών χαρακτηριστικών των ατόμων, για να προληφθεί η άσκοπη και άδικη σπατάλη μόχθου και χρόνου και ελπίδων ακόμα, από άτο­μα που στερούνται εκείνες τις ικανότητες, που θα τους επέτρεπαν να δια­κριθούν στο συγκεκριμένο άθλημα που επέλεξαν.

Από τα ανθρωπομετρικά δεδομένα ενός νέου, ενδιαφέρουν τόσο το μέγεθος και η εξωτερική διαμόρφωση, όσο και η εσωτερική σύνθεση του σώματος. Από τα λειτουργικά ή οργανικά χαρακτηριστικά, η υψηλή ισχύς ορισμένων σωματικών οργάνων (καρδιά, πνεύμονες, μύες κ.λπ.). Από τα μη­χανικά, η μυϊκή δύναμη και η ταχύτητα ανάπτυξης μεγίστων τάσεων. Από τα ψυχολογικά, η ικανότητα του ατόμου να υπομένει διάφορες ειδικές δοκι­μασίες, που συνδέονται με την προπόνηση και τον αγώνα. Τέλος, για την αθλητική απόδοση, έχει σημασία η κατανομή στον οργανισμό ορισμένων, θεμελιώδους σημασίας, ουσιών, όπως είναι τα ένζυμα.

Επίσης η συμμετοχή - και κυρίως η διάκριση - σε ορισμένα αθλήματα έχει άμεση σχέση με το ανάστημα. Με συνέπεια, όταν αυτό δεν είναι ανάλογο του αθλήματος, οδηγείται η προσπάθεια του αθλητή σε αποτυχία, τουλάχι­στον όσον αφορά τις υψηλές αθλητικές επιδόσεις. Το υψηλό ανάστημα αρ­μόζει σε ορισμένα αγωνίσματα στίβου, όπως είναι τα 200 μ. και τα 400 μ., τα 110 μ. και 400 μ. μετ' εμποδίων, τα άλματα εις μήκος, το άλμα εις ύψος κ.λπ. Για τα αγωνίσματα στίβου 800 - 1.500 μ., το ακόντιο, το δέκαθλο, το υψηλό ανάστημα, μολονότι είναι προτιμότερο, δεν είναι και αυστηρά αναγκαίο.

Για την πυγμαχία, την πάλη, το τζούντο και την άρση βαρών, όπου το ανάστημα σχετίζεται με το βάρος του σώματος και υπάρχουν υποδιαιρε­θείς σε κατηγορίες ανάλογα με το σωματικό βάρος, το ανάστημα στα αγω­νίσματα αυτά δεν αποτελεί περιοριστικό παράγοντα.

Το βάρος του σώματος σχετίζεται με το είδος του αθλήματος. Και για τους αθλητές των αγωνισμάτων, που απαιτούν μεγάλη αντοχή, πρέπει να είναι συγκριτικά πολύ περιορισμένο. Ενώ πρέπει να είναι μεγάλο για τους αθλητές των αθλημάτων βραχείας διάρκειας, που απαιτούν ανάπτυξη με­γάλης μυϊκής ισχύος και σημαντικό για τους αθλητές αγωνισμάτων, που απαιτούν υψηλές αερόβιες επιδόσεις, και συγχρόνως ανάπτυξη μεγάλης μυϊκής ισχύος για αρκετό διάστημα, όπως συμβαίνει με τους κωπηλάτες. Τέλος, το βάρος του σώματος για ορισμένα αθλήματα πρέπει να συνδυάζε­ται με την καρδιοαγγειακή ικανότητα, τη μυϊκή δύναμη και με το ανάστημα φυσικά.

Πράγματι, η δύναμη είναι απαραίτητο προσόν για τους αθλούμενους σε όλα σχεδόν τα αγωνίσματα. Έτσι, ο έλεγχος της ικανότητας ανάπτυξης δύναμης είναι αναγκαίος. Τη δύναμη ελέγχουμε με πολλούς τρόπους: με δυναμόμετρα ισομετρικής μυϊκής σύσπασης και ισοτονικής έκκεντρου σύ­σπασης, με καθορισμό των μυϊκών τάσεων ορισμένων μεγάλων μυϊκών ομάδων του σώματος.

Η ανάλυση των αποτελεσμάτων της δυναμοετρίας δίνει πολλές χρήσι­μες πληροφορίες και για το επίπεδο της δύναμης και για την καττανομή της στο αριστερό και δεξιό ημιμόριο του σώματος, οι οποίες βοηθούν το πρό­γραμμα προπόνησης.

Η ηλικία είναι σημαντικότατος παράγοντας και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εκει οπου επιβάλλεται η έγκαιρή έναρξη της προετοιμασίας του αθλητού. Γιατί για ορισμένα αθλήματα, η προετοιμασία πρέπει απαραίτητα να αρχίζει νωρίς, ενώ για άλλα επιβάλλεται η καθυστερημένη έναρξη της ποοετοιμασίας. Για παράδεινμα, η προπόνηση για την κολύμβηση πρέπει να αρχίζει από την ηλικία των 5-6 ετών, για την καλλιτεχνική γυμναστική οι βά­σεις μπαίνουν κατά το 7ο ή 8ο έτος της ηλικίας. Παρατηρούμε ότι η ηλικία κατα την οποία επιτυγχάνεται η VΟ2max  (μέγιστη αναπνευστική ικανότητα σε σχέση με το σωματικό βάρος) είναι σχετικά μικρή ιδίως για της γυναίκες, πράγμα που εξηγεί τις υψηλότατες επιδόσεις νεαρών κοριτσιών σε μερικές ειδικότητες της κολύμβησης, όπου η VΟ2max συνδυάζεται με τη μικρότερη αντίσταση του νερού, λογω της υδροδυναμικής καιασκευής του σώματος, η οποία αντιρροπεί σημαντικά τπν κάποια σχετική μυϊκή αδυνα­μία.

Για τα αγωνίσματα, που έχουν κύριο χαρακτηριστικό την υψηλή επιδε­ξιότητα και ακρίβεια εκτέλεσης όπως είναι η καλλιτεχνική γυμναστική και η παγοδρομία, η προπόνηση πρέπει να αρχίζει πολύ νωρίς, για να είναι δυνατός ο υψηλός βαθμός ελέγχου του σώματος, ενώ για την άρση βαρών την πάλη και τις ρίψεις, πρέπει να αρχίζει αργότερα για την προστασία του κινητικού συστήματος. Στο ποδόσφαιρο, άθλημα που συνδυάζει δύναμη ισχύ και σχετική επίδεξιότητα, η έναρξη πρέπει να γίνεται σε ηλικίες από 7 - 10  ετών, που κάτι ανάλογο συμβαινει και με το μπάσκετ, το βόλευ και  χαντμπωλ. Απ το 11ο — 12ο ετος αρχίζει προπόνηση για το γουώτερ πολο,τ η σκοποβολή και στην τοξοβολία.

Ο σπουδαιότερος προσδιοριστικός παράγοντας ενός άτομου, για να επιδοθεί στον αθλητισμό αγωνιστικού τύπου, είναι η φυσιολογική Λειτουργική ικανότητα των πνευμόνων, καθώς και η καρδιακή ικανότητα παραγωγής έργου που φαίνεται ότι σχετίζεται στενά με γενετικούς παράγοντες. Επίσης, άμεση σχέση με το γονότυπο του αθλούμενου έχουν οι πολύπλοκοι μηχανισμοί της αερόβιας ικανότητας για να επιτευχθεί η μεγαλύτερη δυνατή πρόσληψη οξυγόνου (O2) από τους πνεύμονες, προς χρησιμοποίησή  του σε επίπεδο μιτοχονδρίων ενδοκυτταριακα για την παράγωγη ενέργειας.  Με τη σπειρομέτρηυη και ειδικότερα με ιην εξέταση ορισμένων παραμέτρων όπως t.V, V.C, FEV και του μέγιστου πνευμονικού αερισμού (ΜVV). επιτυγχάνεται ο έλεγχος της λειτουργικότητας των πνευμόνων.

Στην καρδιακή λειτουργία επιδρά άμεσα και θετικά η φυσική άσκηση, η έλλειψή της ελαττώνει τις ικανότητες και εφεδρείες της καρδιάς. Ο λειτουργικός έλεγχος της καρδιάς είναι απαραίτητος για την εκτίμηση των καρδιοκυκλοφορικών αποθεμάτων του οργανισμού. Όμως τα αποτελέσματα του ελέγχου πρέπει να εκτιμούνται  πάντοτε ανάλογα με την αθλητική η όχι δραστηριότητα του άτομου, κατά το χρόνο που προηγείται των δοκιμασιών.

Το Step- test, του οποίου υπάρχουν πολλές παραλλαγές, είναι ένα μή ει­δικό τεστ της καρδιακής ικανότητας και γίνεται για λόγους προσανατολι­σμού στις αθλητικές ειδικότητες που έχουν κοινή βάση την καρδιοαναπνευστική ικανότητα. Ο αθλούμενος πραγματοποιεί 30 κατά λεπτό πλήρεις ανυψώσεις και καθόδους του σώματος από ένο ειδικό σκαλοπάτι ύψους 40 cm όταν ελέγχουμε αθλούμενους κάτω των 14 ετών, και ύψους 50 cm όταν ελέγχουμε αθλούμενους άνω των 14 ετών. Η δοκιμασία διαρκεί 3 λεπτά. Στο τέλος της εξέτασης κι ενώ o αθλούμενος βρίσκεται σε ύπτια στάση, με­τριέται ο αριθμός των σφυγμών σε διάστημα 1 - 1 1/2 λεπτού μετά το τέλος της άσκησης. Ο αριθμός των οφύξεων, αναγόμενος σε πίνακα αξιολόγησης, προσδιορίζει το βαθμό της καρδιακής ικανότητας. Αυτό το απλό test εφαρ­μόζεται κατά τρόπο ακριβή, μπορεί και δίνει άριστες πληροφορίες για την καρδιακή ικανότητα και μπορεί να γίνεται προπάντων για τον προσανατολι­σμό ή και την εκτίμηση των αθλητών, ειδικοτήτων, οι οποίες απαιτούν χρη­σιμοποίηση των μυϊκών ομάδων των άκρων και του κορμού.

Θα πρέπει να προστεθούν στο λειτουργικά έλεγχο των υποψηφίων αθλητών και οι έλεγχοι δύο ακόμα βασικών στοιχείων:

Ο πρώτος είναι ο έλεγχος της ιστολογικής σύνθεσης των μυϊκών ινών των διάφορων μυϊκών ομάδων, που εμφανίζονται ως λευκές, ερυθρές και ενδιάμεσου τύπου και λειτουργικά χαρακτηρίζονται ως ταχείας, βραδείας και ενδιάμεσης απαίτησης αντίστοιχα. Η κατανομή των μυϊκών αυτών σκε­λετικών ινών είναι, ως γνωστό, βασικής σημασίας για την απόδοση ενός αθλητή. Αλλά εκτός από τον καθορισμό του τύπου των ινών, έχει ουσιαστι­κή σημασία και ο καθορισμός της κατανομής στους μυς ποσοτικά και ποιο­τικά των διάφορων ενζύμων, που επηρεάζονται επίσης απ' το γονότυπο του αθλούμενου. Η δυσκολία που υπάρχει σήμερα νια την ευρεία εφαρμογή του ελέγχου αυτού προέρχεται από την έλλειψη έμμεσων δοκιμασιών. Μό­λις τα τελευταία χρόνια προσδιορίστηκαν ορισμένα ενδοκυτταρικά ένζυμα με ενδιαφέρον αθλητιατρικό, και επίσης εφαρμόστηκε η μυϊκή και ιστοχημική βιοψία.

Ο δεύτερος έλεγχος είναι η ψυχοδιαγνωστική των υποψηφίων αθλητών, που αποκαλύπτει τις πνευματικές και ψυχικές τους ικανότητες. Αυτή συμ­πληρώνει τον οργανικό έλεγχο και βοηθάει στην κατανόηση και αποκάλυ­ψη των ψυχοσωματικών δυνατοτήτων των νέων αθλητών.

Ο ψυχοδιαγνωστικός έλεγχος γίνεται από ειδικούς αθλητικούς ψυχο­λόγους και επιτυγχάνεται με απευθείας συνέντευξη του αθλούμενου με τον ψυχολόγο και με τον έλεγχο των αντιδράσεων του, όταν εφαρμοστούν σε αυτόν ειδικά μηχανικά ερεθίσματα.

Είναι γνωστό ότι ο σωματικός και ο ψυχικός έλεγχος είναι απαραίτητος για τον αθλητικό προσανατολισμό των νέων, γιατί βοηθάει στον ακριβέστε­ρο προσδιορισμό των αθλημάτων, που αρμόζουν στην ψυχοσωματική σύ­σταση ενός υποψηφίου αθλητού.

 

Ρούσσης Ξενοφών Ορθοπαιδικός Χειρουργός - Ειδικός Αθλητίατρος